Προβολή Χωρίς τίτλο σε χάρτη μεγαλύτερου μεγέθους

Τετάρτη, 18 Μαΐου 2011

«Μοχλός» ανάπτυξης η ελληνική κτηνοτροφία



ImageΕίναι γνωστό, τουλάχιστον στο περισσότερο κόσμο, ότι ο νομός (Περιφερειακό Διαμέρισμα) Λάρισας είναι ο δεύτερος σε έκταση νομός της χώρας και ο πρώτος σε καλλιεργούμενη έκταση. Η γεωργική γη του ανέρχεται σε 2.406.000 στρέμματα,
ενώ η έκταση που καλύπτουν οι βοσκότοποι σε 2.158.000 στρέμματα και τα δάση σε 567.000 στρέμματα. Από τις καλλιέργειες κυριαρχούν οι αροτριαίες, χωρίς όμως καθόλου να υπολείπονται οι δενδρώδεις, οι άμπελοι και τα κηπευτικά. 


 
Τα στοιχεία αυτά θα αναλυθούν κατά την εκδήλωση «Προοπτικές Ανάπτυξης της Ελληνικής Κτηνοτροφίας: Ο ρόλος του Γεωπόνου και ιδιαίτερα του Ζωοτέχνη» που διοργανώνει ο Γεωπονικός Σύλλογος Λάρισας με την συμμετοχή του ΓΕΩΤ.Ε.Ε. παράρτημα κεντρικής Ελλάδας, τη Διεύθυνση Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής Λάρισας και τον Δήμο Λαρισαίων  την Παρασκευή 20 Μαΐου στον χώρο της 8ης Γεωργικής, Κτηνοτροφικής και Περιβαλλοντικής Έκθεσης Λάρισας.
Αυτό όμως που δεν είναι ίσως εξίσου γνωστό, είναι ότι ο νομός Λάρισας είναι και ένας νομός με πολύ σημαντική ζωική παραγωγή. Στον νομό Λάρισας εκτρέφονται 850.000 αιγοπρόβατα, περισσότερα από κάθε άλλο νομό της χώρας, 48.000 βοοειδή, 10.500 χοιρομητέρες με τα παράγωγα τους, 60.000 κυψέλες.
Έχει τα πρωτεία στην παραγωγή πρόβειου και γίδινου γάλακτος  -58.000 τόνοι πρόβειο γάλα, 25.000 γίδινο και είναι δεύτερος μετά τον νομό Θεσ/κης στη παραγωγή  αγελαδινού γάλακτος με  65.000 τόνους. Παράγονται τα πολύ εκλεκτά Π.Ο.Π. τυριά ΦΕΤΑ 13.200 τόνοι, Κασέρι 750 τόνοι, Μανούρι 880 τόνοι, μικρές ποσότητες Μπάτζιου και Γαλοτυριού καθώς κ.λ.π. τυριά περί τους 900 τόνους.
Παράγονται επίσης 8.500 τόνοι αιγοπρόβειο, 3.200 βόειο και 7.500 χοιρινό κρέας, 500 τόνοι μέλι και 500  τόνοι αλιεύματα κυρίως από την παράκτια αλιεία.
Στο νομό μας (αλλά και στην περιφέρεια της Θεσσαλίας γενικότερα θα λέγαμε) στον  πρωτογενή τομέα ασχολείται περίπου το 1/3 του ενεργού πληθυσμού της και κατά βάση ο τομέας αυτός  στηρίζει και κινεί την συνολική οικονομία, μιας και ο δευτερογενής και τριτογενής τομέας σένα μεγάλο βαθμό εξαρτώνται από τον πρωτογενή.  Είναι γνωστό εξάλλου ότι ο πρωτογενής τομέας και ιδιαίτερα ο τομέας της κτηνοτροφίας, διαθέτει ένα  πολύ μεγάλο πολλαπλασιαστή στην απασχόληση και στην οικονομία γενικότερα.
Ο αγροτικός τομέας όμως, για το νομό μας και ειδικά ο τομέας της ζωικής παραγωγής που στηρίζει τις ορεινές και μειονεκτικές περιοχές, έχει ιδιαίτερη σημασία για την ισόρροπη ανάπτυξη του νομού, την αξιοποίηση πόρων που θα έμεναν ανεκμετάλλευτοι,  την περιβαλλοντική ισορροπία, την διατήρηση της  βιοποικιλότητας, ενώ έχει άμεση σχέση με την παράδοση και τον πολιτισμό μας.
Σήμερα ο αγροτικός τομέας  ελλειμματικός στο ισοζύγιο πληρωμών και ιδιαίτερα στα ζωοκομικά προϊόντα, βιώνει και αυτός τα αποτελέσματα της γενικότερης οικονομικής κρίσης που  βρίσκεται η  χώρα μας, αλλά και από  ένα ασταθές και ταχύτατα εξελισσόμενο  ευρωπαϊκό και παγκόσμιο περιβάλλον.
Πέντε χρόνια τώρα από την εφαρμογή στην χώρα μας της ενδιάμεσης αναθεώρησης της Κ.Α.Π. του 2003/04,  με την αποδέσμευση βασικά των άμεσων οικονομικών ενισχύσεων από την παραγωγή, έχουν φανεί οι επιπτώσεις της και ένα σημαντικό μέρος των αγροτικών νοικοκυριών του νομού βλέπουν τα εισοδήματα τους να συρρικνώνονται. Καλλιέργειες όπως ο καπνός, τα ζαχαρότευτλα περιορίζονται ή εγκαταλείπονται. Ο άλλοτε κραταιός κάμπος έχει προβλήματα αναζητεί λύσεις , αναζητεί αναδιαρθρώσεις.
Η ζωική παραγωγή προσπαθεί να επιβιώσει μέσα  στην μεγάλη αστάθεια των τιμών των ζωοτροφών, δεδομένου  ότι οι περισσότεροι κτηνοτρόφοι μας στερούνται γης.   Η αναμενόμενη δε νέα αναθεώρηση  για την μετά το 2013 εποχή δημιουργεί εύλογα ανησυχία στον αγροτικό κόσμο αλλά και όσων άμεσα ή έμμεσα εξαρτώνται από αυτόν.
Από την άλλη πλευρά,  παγκόσμια, φαίνεται ότι η αύξηση του πληθυσμού της γης κατά 50% το 2050 και η βελτίωση του  βιοτικού επιπέδου των αναπτυσσόμενων χωρών, θα αυξήσει πολύ τις ανάγκες σε τρόφιμα και ειδικότερα σε τρόφιμα ζωικής προέλευσης. Είναι μια προοπτική. Ταυτόχρονα η υποχρέωση να καλυφθεί η παραγωγή βιοκαυσίμων σε ποσοστό 10% των ορυκτών καυσίμων, μέχρι το 2020, δημιουργεί μια πρόσθετη ζήτηση σε σιτηρά κυρίως  αραβόσιτο, που είναι μια άριστη ζωοτροφή αλλά και σε άλλα ενεργειακά φυτά.
Φαίνεται επίσης ότι η προσδοκώμενη αύξηση της ζήτησης σε τρόφιμα θα συνεχίσει να συνδυάζεται με την απαίτηση για παραγωγή ασφαλών , ανταγωνιστικών και ποιοτικών προϊόντων.
Φαίνεται δηλαδή ότι για όλους όσοι ασχολούμαστε με τον αγροτικό τομέα και ειδικότερα τη ζωική παραγωγή,  είναι μεγάλη η πρόκληση να σκύψουμε πάνω στα προβλήματα, να διερευνήσουμε αλλά και να δώσουμε  προοπτικές για το αύριο.
Θεωρούμε ότι χρειάζεται συνεργασία όλων. Συνεργασία των παραγωγών - γεωργών και κτηνοτρόφων, των γεωπόνων – γεωτεχνικών των εφαρμογών, της πράξης  και των γεωπόνων – γεωτεχνικών των πανεπιστημίων και της έρευνας,  για να αποτελέσει ο αγροτικός τομέας, ίσως στην σημερινή δύσκολη συγκυρία, την ατμομηχανή που θα τραβήξει την οικονομία από το τέλμα.


Οργανωτική επιτροπή:
Κουλουκτσής Δημήτριος
Λώλης  Δημήτριος
Σκόρδας Κων/νος
Σοφολόγης Δημήτριος
Παναγούλης Χρήστος
Μπεκύρης Μιχάλης
Τζέμος Δημήτριος
Ραμνιώτης Ιωάννης

Το πρόγραμμα της ημερίδας

19:30 – 20:00
Χαιρετισμός προέδρου Οργανωτικής Επιτροπής

Χαιρετισμοί
20:00 – 20:20
Το μέλλον της ελληνικής κτηνοτροφίας

Κωνσταντίνος Φεγγερός, Καθηγητής, Πρύτανης Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών
20:20 – 20:40
Η γαλακτοπαραγωγική αγελαδοτροφία στο πλαίσιο της Ελλάδας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Ανδρέας Γεωργούδης, Πρόεδρος ΕΛ.Ο.ΓΑ.Κ., Καθηγητής Πανεπιστημίου
20:40 – 21:00
Οικονομικότητας της προβατοτροφίας στις πεδινές περιοχές της Θεσσαλίας

Κωνσταντίνος Τσιμπούκας, Πρόεδρος ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε., Καθηγητής Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών
21:00 – 21: 20
Η εκπαίδευση και ο ρόλος του γεωπόνου στη ζωική παραγωγή

Γιώργιος Ζέρβας, Καθηγητής Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών
21:20 – 21:40 

Συζήτηση. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου