Προβολή Χωρίς τίτλο σε χάρτη μεγαλύτερου μεγέθους

Κυριακή, 16 Ιανουαρίου 2011

Ένα φαράγγι στην «καρδιά» του Θεσσαλικού κάμπου


Σημαντικές οικολογικές ενότητες, όπου κυριαρχούν σπάνια είδη πανίδας και χλωρίδας, περιλαμβάνει ο νέος Καλλικρατικός δήμος Φαρκαδόνας, με τα Στενά Καλαμακίου να παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Τα Στενά Καλαμακίου (μέσο υψόμετρο 300 μ.-έκταση 15.000 στρ.), όπως αναφέρεται σε μελέτη του Κέντρου Ανάπτυξης Καλαμπάκας-Πύλης Α.Ε. είναι ένα

φαράγγι το οποίο διασχίζει ο ποταμός Πηνειό, με δάσος - στοά υδροχαρούς βλάστησης, ανάμεσα σε γυμνούς λόφους.

Η περιοχή έχει, επίσης, ενδιαφέρουσα γεωμορφολογία και φυσικό τοπίο. Η βλάστηση που παρατηρείται είναι τυπική για οικοσυστήματα αυτού του είδους. Υπάρχουν ακόμη διάσπαρτα δένδρα, ενώ η περιβάλλουσα περιοχή χρησιμοποιείται κυρίως ως βοσκότοπος. Ένα μικρό τμήμα της, αυτό που περιβάλλει τους γύρω λόφους, είναι καλλιέργειες.

Παρ' όλο που δεν έχει κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, το φαράγγι αυτό είναι ένα πολύτιμο παραποτάμιο οικοσύστημα. Βρίσκεται στην "καρδιά" του θεσσαλικού κάμπου, περιοχή έντονα επηρεασμένη από τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Για το λόγο αυτό, είναι ιδιαίτερης σπουδαιότητας για την αυτοφυή χλωρίδα και άγρια πανίδα, αποτελεί ένα από τα τελευταία καταφύγια της ευρύτερης περιοχής και χρειάζεται προστασία.

Η περιοχή είναι, επίσης, αξιόλογη λόγω της ύπαρξης σπάνιων ειδών πουλιών και ψαριών. Ειδικότερα, οι γκρεμοί γύρω από το φαράγγι είναι σημαντικοί για σπάνια αρπακτικά πουλιά. Διαθέτει, επίσης, υψηλό βαθμό ενδημισμού, όσον αφορά τα ψάρια. Υπάρχουν πέντε ενδημικά υποείδη: τέσσερα είδη ενδημικά της Ελλάδας και δύο είδη ενδημικά της Ελλάδας και της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Ο κίνδυνος ρύπανσης στην περιοχή είναι σχετικά περιορισμένος.

Μια ακόμη οικολογικά σημαντική χωρική ενότητα, σύμφωνα με τα πορίσματα διάφορων μελετών, η οποία βρίσκεται στην περιοχή του νέου διευρυμένου Δήμου Φαρκαδόνας -ή καλύτερα γειτνιάζει μ' αυτή (καταλαμβάνει ένα μικρό μέρος της περιοχής του ΤΔ Οιχαλίας και ΤΔ Διασέλου)- είναι η περιοχή των Αντιχασίων (μέσο υψόμετρο 500μ. - Έκταση 561.360στρ.). Η περιοχή καταλαμβάνει το σύμπλεγμα των ορέων Αντιχάσια.

Επίσης, η περιοχή του Ζάρκου ανήκει στην προστατευόμενη περιοχή "Στενά Καλαμακίου και όρη Ζάρκου", έχει δασώδεις λόφους και κοιλάδες. Το μητρικό πέτρωμα συνίσταται κυρίως από ασβεστόλιθο και φλύσχη. Η περιοχή χαρακτηρίζεται από μωσαϊκότητα, ενώ οι δασικοί οικότοποι και η θαμνώδης βλάστηση κατανέμονται σε δασικές περιοχές, που η καθεμία βρίσκεται κάτω από διαφορετικό ιδιοκτησιακό καθεστώς.

Όσον αφορά τη βλάστηση, υπάρχουν ξηρά πυριτικά λιβάδια, πλατύφυλλα φυλλοβόλα δάση και πολύ υγρά παρόχθια δάση. Πρέπει να σημειωθεί ότι σ' ένα μεγάλο μέρος της περιοχής, που στο παρελθόν καλυπτόταν με δάση βελανιδιάς, η βλάστηση είναι τώρα υποβαθμισμένη και η περιοχή καλύπτεται από ποώδη, ενώ κατά τόπους αποκαλύπτεται το μητρικό πέτρωμα.

Η περιοχή χαρακτηρίζεται από την παρουσία πολύ καλά διατηρημένων δενδρωδών και δασικών οικοτόπων.

Σημαντικό γνώρισμα της περιοχής, τόσο από οικολογική όσο και από επιστημονική άποψη, είναι η βιοποικιλότητά της. Ενδεικτικό της βιοποικιλότητας, είναι ο μεγάλος αριθμός ενδημικών και απειλούμενων ειδών που προστατεύονται από τη διεθνή και ελληνική νομοθεσία. Ειδικότερα χαρακτηρίζεται ως Σημαντική Περιοχή για τα Πουλιά (Oδηγία 79/409 της Ε.Ε).

Λίγα λόγια για το νέο δήμο Φαρκαδόνας

Ο νέος δήμος Φαρκαδόνας προέρχεται από τη συνένωση των δήμων Φαρκαδόνας, Οιχαλίας και Πελινναίων, έχει έδρα το Τ.Δ. Φαρκαδόνας και περιλαμβάνει 18 Τοπικά Διαμερίσματα.

Ο δήμος Φαρκαδόνας καταλαμβάνει μια "γεωγραφική ζώνη" στο ανατολικό μέρος του νομού Τρικάλων, που ξεκινά ανατολικά από τα όρια του νομού Λάρισας και καταλήγει δυτικά στο πεδινό τμήμα του νομού Τρικάλων, συνορεύοντας νότια με το νομό Καρδίτσας.

Οι ορεινοί όγκοι που χαρακτηρίζουν την περιοχή είναι των Αντιχασίων (1.416μ.), του Ζάρκου (685μ.) και του Τίτανου (693μ.). Η περιοχή χαρακτηρίζεται ορεινή και ημιορεινή, ενώ υπάρχουν και ορισμένα δημοτικά διαμερίσματα, τα οποία βρίσκονται στις πεδινές περιοχές του νομού Τρικάλων. Η ορεογραφική διαμόρφωση του εδάφους (ανάγλυφο) χαρακτηρίζεται ομαλή μέχρι ανώμαλη με αποτέλεσμα να προσδίδει στην περιοχή ορεινό-ημιορεινό χαρακτήρα.

Το φυσικό περιβάλλον της περιοχής παρουσιάζει μεγάλες διαφοροποιήσεις. Παρατηρούμε έντονες εναλλαγές ανάμεσα σ' αυτό των πεδινών περιοχών κι αυτό των ορεινών. Η σύνθεση της πανίδας παρουσιάζει μεγάλο εύρος και όπως φαίνεται δεν έχει υποστεί έντονες και μη αναστρέψιμες διαταραχές από την ανθρώπινη παρουσία και τη εκμετάλλευση των χερσαίων και υδάτινων πόρων.

Το κύριο χαρακτηριστικό της γεωμορφολογίας και του ανάγλυφου της περιοχής είναι η σύνθεση ανάμεσα σε πεδινά και ορεινά τμήματα του εδάφους, οι μεγάλες εκτάσεις καλλιεργούμενης γης (110,6 km2) και οι σχετικά μεγάλες εκτάσεις βοσκοτόπων (179,3 km2).

Η περιοχή χαρακτηρίζεται, επίσης, ως ορεινή - μειονεκτική σε ποσοστό 23,02% και πεδινή σε ποσοστό 76,98%. Παράλληλα, η έκταση της περιοχής χρησιμοποιείται ως καλλιεργούμενη σε ποσοστό 29,99% και ως βοσκότοποι σε ποσοστό 53,50%, τη στιγμή που οι δασικές εκτάσεις καταλαμβάνουν ποσοστό 13,39%, οι καλυπτόμενες από νερά περίπου 1,06% και οι τεχνητές περιοχές 2,06% της συνολικής έκτασης της περιοχής.

Όσον αφορά την υδρογραφία, η λεκάνη απορροής του Πηνειού περιλαμβάνει σημαντικό τμήμα υπολεκανών. Η μορφή του υδρογραφικού δικτύου κάθε υπολεκάνης εξαρτάται από το μορφολογικό ανάγλυφο, το ύψος και την κατανομή των βροχοπτώσεων, καθώς και τη σχέση που διαμορφώνεται ανάμεσα στη διάβρωση και την αποσάθρωση των πετρωμάτων της. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου